Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iluminar
01
φωτίζω
hacer que algo esté lleno de luz o brille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ilumino
γ΄ ενικό πρόσωπο
ilumina
ενεστώτα μετοχή
iluminando
απλός αόριστος
iluminó
παθητική μετοχή
iluminado
Παραδείγματα
El faro iluminó el camino de los barcos.
Ο φάρος φώτισε το δρόμο των πλοίων.
02
φωτίζω, φωταγωγώ
se llena de luz o se ilumina, especialmente la expresión de una persona,
Παραδείγματα
Su rostro se iluminó con una sonrisa.
Το πρόσωπό της φωτίστηκε με ένα χαμόγελο.



























