Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El iluminador
01
χαϊλάιτερ, φωτιστικό
producto cosmético que da luz o resalta ciertas áreas del rostro, haciendo que se vean más brillantes
Παραδείγματα
Me aplico iluminador en el arco de la ceja.
02
τεχνικός φωτισμού, φωτιστής
persona que se encarga de la iluminación en teatros, cine, televisión o eventos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
iluminadores
Παραδείγματα
El iluminador preparó la luz para la obra de teatro.
Ο φωτιστής προετοίμασε τον φωτισμό για το θεατρικό έργο.
iluminador
01
φωτιστικός, φωτεινός
que da luz o hace que algo se vea más brillante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más iluminador
συγκριτικός βαθμός
más iluminador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
iluminador
αρσενικό πληθυντικό
iluminadores
θηλυκό ενικό
iluminadora
θηλυκό πληθυντικό
iluminadoras
Παραδείγματα
Una lámpara iluminadora mejora la luz del cuarto.
Ένας φωτιστικός λαμπτήρας βελτιώνει το φως του δωματίου.



























