Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iluso
01
αφελής,εύπιστος, بیتجربه
que se deja engañar fácilmente por falta de experiencia o juicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas iluso
συγκριτικός βαθμός
mas iluso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
iluso
αρσενικό πληθυντικό
ilusos
θηλυκό ενικό
ilusa
θηλυκό πληθυντικό
ilusas
Παραδείγματα
Pensar eso sería muy iluso.
Το να το σκέφτεσαι αυτό θα ήταν πολύ αφελές.



























