Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iluminar
01
φωτίζω
hacer que algo esté lleno de luz o brille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ilumino
γ΄ ενικό πρόσωπο
ilumina
ενεστώτα μετοχή
iluminando
απλός αόριστος
iluminó
παθητική μετοχή
iluminado
Παραδείγματα
Las estrellas iluminaban el cielo despejado.
Τα αστέρια έφωτιζαν τον καθαρό ουρανό.
02
φωτίζω, φωταγωγώ
se llena de luz o se ilumina, especialmente la expresión de una persona,
Παραδείγματα
El niño se iluminó al recibir la sorpresa.
Το παιδί φωτίστηκε όταν έλαβε την έκπληξη.



























