Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
financiar
01
χρηματοδοτώ
proveer dinero o recursos para un proyecto o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
financio
γ΄ ενικό πρόσωπο
financia
ενεστώτα μετοχή
financiando
απλός αόριστος
financió
παθητική μετοχή
financiado
Παραδείγματα
Los bancos suelen financiar la compra de viviendas.
Οι τράπεζες συνήθως χρηματοδοτούν την αγορά κατοικιών.



























