el finiquito
Pronunciation
/fˌinikˈito/

Ορισμός και σημασία του "finiquito"στα ισπανικά

01

τελικός διακανονισμός, αποζημίωση απόλυσης

liquidación económica que recibe un trabajador al terminar una relación laboral 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
finiquitos
Παραδείγματα
El trabajador firmó el finiquito al salir de la empresa. 

Ο εργαζόμενος υπέγραψε τον τελικό διακανονισμό όταν αποχώρησε από την εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store