financiero
Pronunciation
/fˌinanθjˈɛɾɔ/

Ορισμός και σημασία του "financiero"στα ισπανικά

financiero
01

οικονομικός

relacionado con las finanzas o el dinero
financiero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
financiero
αρσενικό πληθυντικό
financieros
θηλυκό ενικό
financiera
θηλυκό πληθυντικό
financieras
Παραδείγματα
La estabilidad financiera es clave para el éxito.
Η οικονομική σταθερότητα είναι το κλειδί της επιτυχίας.
01

χρηματοδότης

persona que se dedica a la gestión o inversión de dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
financieros
Παραδείγματα
Fue asesorado por un financiero experto.
Τον συμβούλευσε ένας έμπειρος χρηματοδότης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store