finalizado
fi
fi
fi
na
na
na
li
li
li
za
ˈθa
tha
do
ðo
dho
desgastadoprolongadoacampanadoacongojado

Ορισμός και σημασία του "finalizado"στα ισπανικά

finalizado
01

ολοκληρωμένος, τελειωμένος

que ha llegado a su fin o se ha completado 
finalizado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más finalizado
συγκριτικός βαθμός
más finalizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
finalizado
αρσενικό πληθυντικό
finalizados
θηλυκό ενικό
finalizada
θηλυκό πληθυντικό
finalizadas
Παραδείγματα
El proyecto ya está finalizado. 

Το έργο είναι ήδη ολοκληρωμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store