Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finalizado
01
ολοκληρωμένος, τελειωμένος
que ha llegado a su fin o se ha completado
Παραδείγματα
El informe finalizado fue enviado al director.
Η ολοκληρωμένη έκθεση στάλθηκε στον διευθυντή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ολοκληρωμένος, τελειωμένος