Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finalizado
01
ολοκληρωμένος, τελειωμένος
que ha llegado a su fin o se ha completado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más finalizado
συγκριτικός βαθμός
más finalizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
finalizado
αρσενικό πληθυντικό
finalizados
θηλυκό ενικό
finalizada
θηλυκό πληθυντικό
finalizadas
Παραδείγματα
El informe finalizado fue enviado al director.
Η ολοκληρωμένη έκθεση στάλθηκε στον διευθυντή.



























