Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extraordinario
01
έκτακτος
que es fuera de lo común o muy destacado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más extraordinario
συγκριτικός βαθμός
más extraordinario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extraordinario
αρσενικό πληθυντικό
extraordinarios
θηλυκό ενικό
extraordinaria
θηλυκό πληθυντικό
extraordinarias
Παραδείγματα
Hizo un esfuerzo extraordinario para terminar el proyecto.
Κατέβαλε εξαιρετική προσπάθεια για να ολοκληρώσει το έργο.



























