Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El exitazo
[gender: masculine]
01
τεράστια επιτυχία, μεγάλη επιτυχία
un éxito muy grande y rotundo, especialmente de una película, canción o espectáculo
Παραδείγματα
La canción fue un exitazo en las radios durante todo el verano.
Το τραγούδι ήταν μεγάλη επιτυχία στο ραδιόφωνο όλο το καλοκαίρι.



























