la excavación
excavación
excitación

Ορισμός και σημασία του "excavación"στα ισπανικά

La excavación
01

ανασκαφή, σκάψιμο

acción o efecto de excavar, especialmente para descubrir restos o cavar tierra 
la excavación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
excavaciones
Παραδείγματα
La excavación arqueológica reveló restos antiguos. 

Η αρχαιολογική ανασκαφή αποκάλυψε αρχαία κατάλοιπα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store