exasperar

Ορισμός και σημασία του "exasperar"στα ισπανικά

exasperar
01

εξοργίζω

irritar o enfadar a alguien hasta el límite de su paciencia
exasperar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exaspero
γ΄ ενικό πρόσωπο
exaspera
ενεστώτα μετοχή
exasperando
απλός αόριστος
exasperó
παθητική μετοχή
exasperado
Παραδείγματα
El niño exasperó a sus padres con sus rabietas diarias.
Το παιδί εξόργισε τους γονείς του με τις καθημερινές του ξεσπάσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store