exasperar
exasperar
exagerar

Ορισμός και σημασία του "exasperar"στα ισπανικά

exasperar
01

εξοργίζω

irritar o enfadar a alguien hasta el límite de su paciencia 
exasperar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exaspero
γ΄ ενικό πρόσωπο
exaspera
ενεστώτα μετοχή
exasperando
απλός αόριστος
exasperó
παθητική μετοχή
exasperado
Παραδείγματα
Sus preguntas constantes exasperaron al profesor. 

Οι συνεχείς ερωτήσεις του εξόργισαν τον δάσκαλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store