excavar
ex
eks
eks
ca
ka
ka
var
ˈβaɾ
bar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "excavar"στα ισπανικά

excavar
01

σκάβω

hacer un agujero o túnel en la tierra moviendo y quitando material 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
excavo
γ΄ ενικό πρόσωπο
excava
ενεστώτα μετοχή
excavando
απλός αόριστος
excavó
παθητική μετοχή
excavado
Παραδείγματα
El perro excava en el jardín para esconder un hueso. 

Ο σκύλος σκάβει στον κήπο για να κρύψει ένα κόκκαλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store