Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exasperar
01
εξοργίζω
irritar o enfadar a alguien hasta el límite de su paciencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
exaspero
γ΄ ενικό πρόσωπο
exaspera
ενεστώτα μετοχή
exasperando
απλός αόριστος
exasperó
παθητική μετοχή
exasperado
Παραδείγματα
El niño exasperó a sus padres con sus rabietas diarias.
Το παιδί εξόργισε τους γονείς του με τις καθημερινές του ξεσπάσματα.



























