Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
examinar
[past form: examiné][present form: examino]
01
εξετάζω, επισκοπώ
revisar o observar a alguien con atención para obtener información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
examino
γ΄ ενικό πρόσωπο
examina
ενεστώτα μετοχή
examinando
απλός αόριστος
examiné
παθητική μετοχή
examinado
Παραδείγματα
El doctor examina cuidadosamente cada caso.
Ο γιατρός εξετάζει προσεκτικά κάθε περίπτωση.
02
δίνω εξετάσεις, υποβάλλομαι σε εξέταση
presentarse a una prueba o ser evaluado
Παραδείγματα
Nos examinamos en condiciones estrictas.
Δίνουμε εξετάσεις υπό αυστηρές συνθήκες.



























