Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
engrasar
01
λιπαίνω, γρασάρω
aplicar una capa de grasa o aceite a una superficie para evitar que se peguen los alimentos o para lubricar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
engraso
γ΄ ενικό πρόσωπο
engrasa
ενεστώτα μετοχή
engrasando
απλός αόριστος
engrasó
παθητική μετοχή
engrasado
Παραδείγματα
Es importante engrasar el molde antes de verter la masa del pastel.
Είναι σημαντικό να λαδώσετε το καλούπι πριν ρίξετε τη ζύμη του κέικ.



























