el engaño
engaño
enggaɲo
engganio
rebañotacañotamañoestaño

Ορισμός και σημασία του "engaño"στα ισπανικά

01

απάτη

un acto de hacer creer algo que no es verdad 
el engaño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
engaños
Παραδείγματα
Caí en su engaño y le presté dinero que nunca me devolvió. 

Έπεσα στην απάτη του και του δάνεισα χρήματα που ποτέ δεν μου τα επέστρεψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store