Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El engaño
01
απάτη
un acto de hacer creer algo que no es verdad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
engaños
Παραδείγματα
Caí en su engaño y le presté dinero que nunca me devolvió.
Έπεσα στην απάτη του και του δάνεισα χρήματα που ποτέ δεν μου τα επέστρεψε.



























