Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encerrar
01
περιέχω, εμπεριέχω
tener algo en su interior o como parte de sí
Παραδείγματα
Este viejo baúl encierra muchas cartas de amor.
Αυτή η παλιά σεντούλα περιέχει πολλά ερωτικά γράμματα.
02
κλείνω
confinar a una persona en un lugar como una prisión, manicomio, etc.
Παραδείγματα
La policía tuvo que encerrar al ladrón.
Η αστυνομία έπρεπε να φυλακίσει τον κλέφτη.
03
κλειδώνω, φυλακίζω
poner o mantener a alguien o algo dentro de un lugar cerrado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
encierro
γ΄ ενικό πρόσωπο
encierra
ενεστώτα μετοχή
encerrando
απλός αόριστος
encerró
παθητική μετοχή
encerrado
Παραδείγματα
No debes encerrar al gato en el armario.
Δεν πρέπει να κλειδώνεις τη γάτα στην ντουλάπα.



























