Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empollar
01
κλωσσώ, επωάζω
un pájaro que se sienta sobre sus huevos para mantenerlos calientes hasta que nazcan las crías
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
empollo
γ΄ ενικό πρόσωπο
empolla
ενεστώτα μετοχή
empollando
απλός αόριστος
empolló
παθητική μετοχή
empollado
Παραδείγματα
El ave empolló durante semanas hasta que salieron los polluelos.
Το πουλί επώαζε τα αυγά για εβδομάδες μέχρι να εκκολαφθούν τα νεοσσά.
02
μελετώ εντατικά την τελευταία στιγμή, στριμώχνω
estudiar intensivamente y a última hora, especialmente para un examen
Παραδείγματα
Tuve que empollar toda la noche para el examen de química.
Έπρεπε να μελετήσω εντατικά όλη τη νύχτα για την εξέταση της χημείας.



























