Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emprender
01
ξεκινώ
comenzar una obra, un negocio o una tarea, especialmente si encierran dificultad o peligro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
emprendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
emprende
ενεστώτα μετοχή
emprendiendo
απλός αόριστος
emprendió
παθητική μετοχή
emprendido
Παραδείγματα
Vamos a emprender acciones legales.
Πρόκειται να αναλάβουμε νομικές ενέργειες.



























