empolvar
em
em
em
pol
pol
pol
var
ˈbaɾ
bar
empollarempotrar

Ορισμός και σημασία του "empolvar"στα ισπανικά

empolvar
01

πουνταρίζω, πασπαλίζω

aplicar polvo, especialmente polvo de maquillaje, sobre la piel 
empolvar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
empolvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
empolva
ενεστώτα μετοχή
empolvando
απλός αόριστος
empolvó
παθητική μετοχή
empolvado
Παραδείγματα
Se empolvó la nariz para quitar el brillo. 

Πούδρωσε τη μύτη της για να αφαιρέσει τη λάμψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store