Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empollón
01
ακοινώνητος
que se relaciona poco con los demás y prefiere actividades solitarias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas empollón
συγκριτικός βαθμός
mas empollón
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
empollón
αρσενικό πληθυντικό
empollones
θηλυκό ενικό
empollona
θηλυκό πληθυντικό
empollonas
Παραδείγματα
Su carácter empollón le dificulta hacer amigos.
Ο ακοινώνητος χαρακτήρας του δυσκολεύει την απόκτηση φίλων.
El empollón
01
σπασίκλας, φιλομαθής
persona que estudia mucho de forma intensiva y constante
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empollones
Παραδείγματα
Aunque es empollón, también es muy amable.
Αν και είναι σπασίκλας, είναι επίσης πολύ ευγενικός.



























