empeorar
em
em
em
peo
peo
peo
rar
ˈɾaɾ
rar
empotrar

Ορισμός και σημασία του "empeorar"στα ισπανικά

empeorar
01

χειροτερεύω, επιδεινώνω

volverse más malo o negativo en calidad, estado o situación 
empeorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
empeoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
empeora
ενεστώτα μετοχή
empeorando
απλός αόριστος
empeoró
παθητική μετοχή
empeorado
Παραδείγματα
Su salud empezó a empeorar después de la cirugía. 

Η υγεία του άρχισε να επιδεινώνεται μετά τη χειρουργική επέμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store