Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empeorar
01
χειροτερεύω, επιδεινώνω
volverse más malo o negativo en calidad, estado o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
empeoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
empeora
ενεστώτα μετοχή
empeorando
απλός αόριστος
empeoró
παθητική μετοχή
empeorado
Παραδείγματα
El tráfico empeoró debido al accidente.
Η κυκλοφορία επιδεινώθηκε λόγω του ατυχήματος.



























