Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empezar
[past form: empecé][present form: empiezo]
01
αρχίζω, ξεκινώ
iniciar o dar comienzo a una acción, evento o periodo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
empiezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
empieza
ενεστώτα μετοχή
empezando
απλός αόριστος
empecé
παθητική μετοχή
empezado
Παραδείγματα
Siempre es difícil empezar un día sin café.
Είναι πάντα δύσκολο να ξεκινήσεις μια μέρα χωρίς καφέ.
02
αρχίζω
comenzar a hacer una cosa o a ocurrir algo
Παραδείγματα
El día empieza con un café.
Η μέρα ξεκινά με έναν καφέ.
03
έχει την προέλευσή του, πηγάζει
tener su origen o causa en algo
Παραδείγματα
La amistad empezó en la universidad.
Η φιλία ξεκίνησε στο πανεπιστήμιο.



























