empezar
em
em
em
pe
pe
pe
zar
ˈθaɾ
thar
empeñar

Ορισμός και σημασία του "empezar"στα ισπανικά

empezar
01

αρχίζω, ξεκινώ

iniciar o dar comienzo a una acción, evento o periodo 
empezar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
empiezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
empieza
ενεστώτα μετοχή
empezando
απλός αόριστος
empecé
παθητική μετοχή
empezado
Παραδείγματα
Quiero empezar un nuevo libro hoy. 

Θέλω να ξεκινήσω ένα νέο βιβλίο σήμερα.

02

αρχίζω

comenzar a hacer una cosa o a ocurrir algo 
Παραδείγματα
La clase empieza a las ocho. 

Το μάθημα ξεκινά στις οκτώ.

03

έχει την προέλευσή του, πηγάζει

tener su origen o causa en algo 
Παραδείγματα
La historia empieza en un pequeño pueblo. 

Η ιστορία ξεκινά σε μια μικρή πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store