Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empezar
01
αρχίζω, ξεκινώ
iniciar o dar comienzo a una acción, evento o periodo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
empiezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
empieza
ενεστώτα μετοχή
empezando
απλός αόριστος
empecé
παθητική μετοχή
empezado
Παραδείγματα
Quiero empezar un nuevo libro hoy.
Θέλω να ξεκινήσω ένα νέο βιβλίο σήμερα.
02
αρχίζω
comenzar a hacer una cosa o a ocurrir algo
Παραδείγματα
La clase empieza a las ocho.
Το μάθημα ξεκινά στις οκτώ.
03
έχει την προέλευσή του, πηγάζει
tener su origen o causa en algo
Παραδείγματα
La historia empieza en un pequeño pueblo.
Η ιστορία ξεκινά σε μια μικρή πόλη.



























