Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La empatía
01
ενσυναίσθηση
capacidad de comprender y compartir los sentimientos de otra persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mostró mucha empatía hacia los pacientes.
Έδειξε πολλή ενσυναίσθηση προς τους ασθενείς.



























