la empatía
Pronunciation
/ˌempatˈia/

Ορισμός και σημασία του "empatía"στα ισπανικά

01

ενσυναίσθηση

capacidad de comprender y compartir los sentimientos de otra persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store