Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diáspora
01
διασπορά, σκέδαση
conjunto de personas que viven fuera de su país de origen, manteniendo vínculos culturales, sociales o económicos con él
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La diáspora armenia mantiene sus tradiciones en diferentes países.
Η διασπορά των Αρμενίων διατηρεί τις παραδόσεις της σε διάφορες χώρες.



























