Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diáspora
01
διασπορά, σκέδαση
conjunto de personas que viven fuera de su país de origen, manteniendo vínculos culturales, sociales o económicos con él
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Los eventos de la diáspora permiten reforzar la identidad cultural.
Οι εκδηλώσεις της διασποράς επιτρέπουν την ενίσχυση της πολιτισμικής ταυτότητας.



























