Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doblado
01
μεταγλωττισμένος
película o programa cuyo audio original se ha sustituido por otro idioma
Παραδείγματα
El estudio está trabajando en la versión doblada para televisión.
Το στούντιο εργάζεται στην μεταγλωττισμένη έκδοση για την τηλεόραση.



























