Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doblar
01
διπλώνω, λυγίζω
hacer que algo se pliegue o se doble
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dobla
ενεστώτα μετοχή
doblando
απλός αόριστος
doblé
παθητική μετοχή
doblado
Παραδείγματα
¿ Sabes cómo doblar una camisa correctamente?
Ξέρεις πώς να διπλώνεις σωστά μια μπλούζα;
02
λυγίζω, καμπυλώνω
hacer que algo se curve o incline
Παραδείγματα
Doblar una hoja de metal requiere mucha fuerza.
Το λύγισμα ενός μεταλλικού φύλλου απαιτεί πολλή δύναμη.
03
στρίβω
ambiar de dirección, girar en un camino o calle
Παραδείγματα
Dobla antes de llegar al cruce.
Στρίψτε πριν φτάσετε στη διασταύρωση.
04
ντουμπλάρω
reemplazar los diálogos originales de una película o serie con una grabación en otro idioma
Παραδείγματα
Doblaron todas las canciones de la película musical al francés.
Μεταγλώττιση όλων των τραγουδιών της μουσικής ταινίας στα γαλλικά.



























