Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doblar
01
διπλώνω, λυγίζω
hacer que algo se pliegue o se doble
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doblo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dobla
ενεστώτα μετοχή
doblando
απλός αόριστος
doblé
παθητική μετοχή
doblado
Παραδείγματα
Voy a doblar la ropa después de lavarla.
Θα διπλώσω τα ρούχα αφού τα πλύνω.
02
λυγίζω, καμπυλώνω
hacer que algo se curve o incline
Παραδείγματα
Dobla la varilla con cuidado para no romperla.
Λύγισε τη ράβδο προσεκτικά για να μη τη σπάσεις.
03
στρίβω
ambiar de dirección, girar en un camino o calle
Παραδείγματα
Dobla a la derecha en el semáforo.
Στρίψτε δεξιά στο φανάρι.
04
ντουμπλάρω
reemplazar los diálogos originales de una película o serie con una grabación en otro idioma
Παραδείγματα
Un estudio mexicano dobló la película de animación.
Ένα μεξικανικό στούντιο ντάμπαρε την ταινία κινουμένων σχεδίων.



























