doblado
Pronunciation
/dɔβlˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "doblado"στα ισπανικά

01

μεταγλωττισμένος

película o programa cuyo audio original se ha sustituido por otro idioma
doblado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
doblado
αρσενικό πληθυντικό
doblados
θηλυκό ενικό
doblada
θηλυκό πληθυντικό
dobladas
Παραδείγματα
El estudio está trabajando en la versión doblada para televisión.
Το στούντιο εργάζεται στην μεταγλωττισμένη έκδοση για την τηλεόραση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store