Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dimensión
[gender: feminine]
01
διάσταση, μέτρο
medida o extensión que describe el tamaño o la forma de algo
Παραδείγματα
Las dimensiones del objeto están en el manual.
Οι διαστάσεις του αντικειμένου αναγράφονται στο εγχειρίδιο.
02
πτυχή, διάσταση
característica o punto de vista que forma parte de un asunto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dimensiones
Παραδείγματα
El texto explora varias dimensiones de la identidad.
Το κείμενο εξερευνά διάφορες διαστάσεις της ταυτότητας.



























