Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destrozar
01
βανδαλίζω
dañar o romper algo de manera violenta y deliberada, causando gran destrucción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
destrozo
γ΄ ενικό πρόσωπο
destroza
ενεστώτα μετοχή
destrozando
απλός αόριστος
destrozó
παθητική μετοχή
destrozado
Παραδείγματα
Unos desconocidos destrozaron las flores del jardín público.
Άγνωστοι κατέστρεψαν τα λουλούδια του δημόσιου κήπου.



























