Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destrozar
01
βανδαλίζω
dañar o romper algo de manera violenta y deliberada, causando gran destrucción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
destrozo
γ΄ ενικό πρόσωπο
destroza
ενεστώτα μετοχή
destrozando
απλός αόριστος
destrozó
παθητική μετοχή
destrozado
Παραδείγματα
Es triste ver cómo destrozan los baños públicos con grafitis.
Είναι λυπηρό να βλέπεις πώς καταστρέφουν τις δημόσιες τουαλέτες με γκράφιτι.



























