Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desvelar
01
αποκαλύπτω, φανερώνω
hacer que algo oculto o desconocido se conozca o se revele
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desvelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desvela
ενεστώτα μετοχή
desvelando
απλός αόριστος
desveló
παθητική μετοχή
desvelado
Παραδείγματα
El periodista desveló la historia completa.
Ο δημοσιογράφος αποκάλυψε ολόκληρη την ιστορία.



























