desvelar
Pronunciation
/dˌesβelˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "desvelar"στα ισπανικά

desvelar
01

αποκαλύπτω, φανερώνω

hacer que algo oculto o desconocido se conozca o se revele 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desvelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desvela
ενεστώτα μετοχή
desvelando
απλός αόριστος
desveló
παθητική μετοχή
desvelado
Παραδείγματα
La investigación desveló la verdad. 

Η έρευνα αποκάλυψε την αλήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store