Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desconcertado
01
αποσβολωμένος, συγχυσμένος
confuso, desorientado o perplejo por algo inesperado o difícil de entender
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desconcertado
συγκριτικός βαθμός
más desconcertado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desconcertado
αρσενικό πληθυντικό
desconcertados
θηλυκό ενικό
desconcertada
θηλυκό πληθυντικό
desconcertadas
Παραδείγματα
Su repentina amabilidad me dejó desconcertado y sospechoso.
Η ξαφνική καλοσύνη του με άφησε αποσβολωμένο και καχύποπτο.



























