Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descolocado
01
εκτός τόπου, αμήχανος
que no está en el lugar correcto o se siente incómodo en una situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más descolocado
συγκριτικός βαθμός
más descolocado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descolocado
αρσενικό πληθυντικό
descolocados
θηλυκό ενικό
descolocada
θηλυκό πληθυντικό
descolocadas
Παραδείγματα
El cuadro está descolocado en esa pared; debería cambiarlo de sitio.
Ο πίνακας είναι εκτός θέσης σε αυτόν τον τοίχο· πρέπει να τον αλλάξω θέση.



























