Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descolgar
[past form: descolgué][present form: descuelgo]
01
σηκώνω το ακουστικό
levantar el teléfono para contestar una llamada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
desuelgo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desuelga
ενεστώτα μετοχή
descolgando
απλός αόριστος
descolgué
παθητική μετοχή
descolgado
Παραδείγματα
Cuando descolgues, saluda con tu nombre.
Όταν σηκώσεις το τηλέφωνο, χαιρέτα με το όνομά σου.



























