Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desconectado
01
αποσυνδεδεμένος, εκτός σύνδεσης
que no está conectado a internet o a una red
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desconectado
συγκριτικός βαθμός
más desconectado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desconectado
αρσενικό πληθυντικό
desconectados
θηλυκό ενικό
desconectada
θηλυκό πληθυντικό
desconectadas
Παραδείγματα
Mi teléfono está desconectado porque se me acabaron los datos.
Το τηλέφωνό μου είναι αποσυνδεδεμένο γιατί μου τελείωσαν τα δεδομένα.
02
que no está unido, vinculado o en sintonía con algo o alguien
Παραδείγματα
Los altavoces están desconectados del amplificador, por eso no suena la música.



























