Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descompuesto
01
κατεστραμμένος, χαλασμένος
que no funciona correctamente o está roto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más descompuesto
συγκριτικός βαθμός
más descompuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
descompuesto
αρσενικό πληθυντικό
descompuestos
θηλυκό ενικό
descompuesta
θηλυκό πληθυντικό
descompuestas
Παραδείγματα
El coche está descompuesto y no puede arrancar.
Το αυτοκίνητο είναι χαλασμένο και δεν μπορεί να ξεκινήσει.
02
αγενής, αγροίκος
que actúa de manera grosera o irrespetuosa
Παραδείγματα
Los comentarios descompuestos de su compañero lo molestaron.
Τον ενοχλούσαν τα αποσυντεθειμένα σχόλια του συναδέλφου του.



























