Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
descarrilar
01
εκτροχιάζομαι, βγαίνω από τις ράγες
salirse un tren o vehículo sobre rieles de su vía normal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
descarrilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
descarrila
ενεστώτα μετοχή
descarrilando
απλός αόριστος
descarriló
παθητική μετοχή
descarrilado
Παραδείγματα
El tren descarriló cerca de la estación.
Το τρένο ξετράκαρε κοντά στον σταθμό.



























