Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desaparecer
01
εξαφανίζομαι
dejar de ser visible o dejar de existir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desaparezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
desaparece
ενεστώτα μετοχή
desapareciendo
απλός αόριστος
desapareció
παθητική μετοχή
desaparecido
Παραδείγματα
Muchos monumentos antiguos han desaparecido con el tiempo.
Πολλά αρχαία μνημεία έχουν εξαφανιστεί με το πέρασμα του χρόνου.



























