Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desaparecer
01
εξαφανίζομαι
dejar de ser visible o dejar de existir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desaparezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
desaparece
ενεστώτα μετοχή
desapareciendo
απλός αόριστος
desapareció
παθητική μετοχή
desaparecido
Παραδείγματα
El gato desapareció detrás del sofá.
Η γάτα εξαφανίστηκε πίσω από τον καναπέ.



























