Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desaparecido
01
εξαφανισμένος, απών
que no se encuentra o ha dejado de estar presente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desaparecido
συγκριτικός βαθμός
más desaparecido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desaparecido
αρσενικό πληθυντικό
desaparecidos
θηλυκό ενικό
desaparecida
θηλυκό πληθυντικό
desaparecidas
Παραδείγματα
El testigo desaparecido nunca llegó a declarar.
Ο αγνοούμενος μάρτυρας δεν ήρθε ποτέ να καταθέσει.



























