desarrollar
Pronunciation
/dˌesarɔʎˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "desarrollar"στα ισπανικά

desarrollar
01

αναπτύσσω

hacer que algo crezca, evolucione o progrese
desarrollar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desarrollo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desarrolla
ενεστώτα μετοχή
desarrollando
απλός αόριστος
desarrollé
παθητική μετοχή
desarrollado
Παραδείγματα
Se desarrolló una situación complicada durante la reunión.
Μια περίπλοκη κατάσταση αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02

λαμβάνει χώρα, αναπτύσσεται

ocurrir o desarrollarse un evento o situación
Παραδείγματα
El debate se desarrolló con gran participación del público.
Η συζήτηση ανέπτυξε με μεγάλη συμμετοχή του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store