Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desarrollar
01
αναπτύσσω
hacer que algo crezca, evolucione o progrese
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desarrollo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desarrolla
ενεστώτα μετοχή
desarrollando
απλός αόριστος
desarrollé
παθητική μετοχή
desarrollado
Παραδείγματα
Se desarrolló una situación complicada durante la reunión.
Μια περίπλοκη κατάσταση αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
02
λαμβάνει χώρα, αναπτύσσεται
ocurrir o desarrollarse un evento o situación
Παραδείγματα
El debate se desarrolló con gran participación del público.
Η συζήτηση ανέπτυξε με μεγάλη συμμετοχή του κοινού.



























