Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desarrollar
01
αναπτύσσω
hacer que algo crezca, evolucione o progrese
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desarrollo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desarrolla
ενεστώτα μετοχή
desarrollando
απλός αόριστος
desarrollé
παθητική μετοχή
desarrollado
Παραδείγματα
Se desarrolló una fuerte amistad entre ellos.
Μια ισχυρή φιλία αναπτύχθηκε μεταξύ τους.
02
λαμβάνει χώρα, αναπτύσσεται
ocurrir o desarrollarse un evento o situación
Παραδείγματα
La reunión se desarrolló en la sala principal.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στην κύρια αίθουσα.



























