Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desamor
01
ψυχρότητα, έλλειψη αγάπης
falta de amor, afecto o interés en una relación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El desamor se manifestó en su indiferencia y silencio.
Η αγάπη εκδηλώθηκε στην αδιαφορία και τη σιωπή του.



























