Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desamor
01
ψυχρότητα, έλλειψη αγάπης
falta de amor, afecto o interés en una relación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La relación terminó por el desamor de ambos.
Η σχέση τελείωσε λόγω της έλλειψης αγάπης και των δύο μερών.



























