Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desarrolar
01
αναπτύσσω
hacer crecer, mejorar o ampliar algo desde un estado inicial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desarrollo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desarrolla
ενεστώτα μετοχή
desarrollando
απλός αόριστος
desarrolló
παθητική μετοχή
desarrollado
Παραδείγματα
La ciudad se ha desarrollado rápidamente.
Η πόλη αναπτύχθηκε γρήγορα.



























