Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desanimar
01
αποθαρρύνω
hacer que alguien pierda el ánimo, la motivación o la confianza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
desanimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desanima
ενεστώτα μετοχή
desanimando
απλός αόριστος
desanimó
παθητική μετοχή
desanimado
Παραδείγματα
La noticia desanimó a todo el equipo.
Η είδηση αποθάρρυνε όλη την ομάδα.
02
αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω
perder la motivación o el ánimo, o hacer que alguien lo pierda
Παραδείγματα
Las malas noticias lo desanimaron por completo.
Τα κακά νέα τον αποθάρρυναν εντελώς.



























